σηκωτός

(I)
-ή, -ό, Ν [σηκώνω]
1. αυτός τον οποίο μεταφέρουν άλλοι σηκώνοντάς τον
2. φρ. «τόν πήραν [ή «τόν πήγαν] σηκωτό»
α) τόν οδήγησαν με την βία κάπου
β) τόν σήκωσαν, τόν κουβάλησαν άλλοι, γιατί δεν μπορούσε να μετακινηθεί.
————————
(II)
-ή, -όν Μ
αυτός που έχει θήκες, φατνώματα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < σηκός «ναός» + κατάλ. -ωτός (πρβλ. ὀδοντ-ωτός)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σηκωτός — [сикотос] εκ. поднятый, снятый, убранный …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • σηκωτός — ή, ό επίρρ. ά 1. ανορθωμένος, όρθιος. Σηκωτό κεφάλι. – Σηκωτό κορμί. 2. αυτός που μπορεί να μεταφέρεται στα χέρια: Τον έβγαλαν σηκωτό έξω …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ανεβαστός — ή, ό 1. αυτός που μεταφέρθηκε σε ψηλότερο επίπεδο, σηκωτός στα χέρια 2. εκείνος που έχει ανέβει σε ψηλό σημείο «ανεβαστός στο δέντρο» 3. (για ζύμη) αυτός που έχει ανέβει, έχει φουσκώσει «ψωμί ανεβαστό» …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.